14.12.10

Τα κλειδιά των ερχόμενων ημερών




Δίπλα στις ταυτότητες των φωτεινών δωματίων,
παρατημένα τα κλειδιά των ερχόμενων ημερών.
Ένα τσαλακωμένο περιτύλιγμα -για την αναπνοή των επόμενων σκέψεων-
κι ο αναπτήρας που θ' ανάψει τις νοτισμένες ζωές μας.

Ήθελα να ακούσεις πως ανασαίνουν τα βράδια μου
κι ύστερα ν 'ακουμπήσεις επάνω στο εδώ μου.
Κι ήθελα να σου πω, πως γεννιούνται τα ποιήματα
κι εσύ να γιορτάσεις που είμαστε εδώ.

Φόρεσες το μπουφάν,
κράτησες στο χέρι τα κλειδιά
κι έκατσες στην καρέκλα κρατώντας αγκαλιά μια σιωπή.
Με την πλάτη σου γυρισμένη
σ' όλα μας τα παράθυρα.

Κάποιος χτυπάει την πόρτα.
Θ' ανοίξω.

8.10.10

Ήμασταν και παραμένουμε...

Σε αυτούς, που μίλησαν πριν από μας, για την μικρή, αιώνια εφηβεία των ονείρων και της ζωής μας. Ήμασταν και παραμένουμε... μικροί και αιώνιοι.


2.3.10

Αλήθειες κατά παραγγελία




Μην με κοιτάζεις έτσι.
Το έτσι είναι τόπος, κι εσύ ούτε που τον ταξίδεψες καμιά φορά.
Δεν υπάρχουν εκλεπτυσμένες αλήθειες να εξηγήσω.
Αυτός ο τόπος ούτε μυστικός είναι, ούτε και τροπικός.
Και τα νούμερα του καθενός μας είναι προκαθορισμένα.

Μην με κοιτάζεις έτσι.
Για να είμαστε ειλικρινείς, δεν με έχουν κλειδωμένη.
Έχουμε πόρτες, αληθινές, αλλά δεν κρέμεται κλειδί.
Αυτός ο τόπος ούτε φυλακή είναι, ούτε εξορία.
Μα τα νούμερα του καθενός μας γίνονται εντός του προαυλίου.

Μην με κοιτάζεις έτσι.
Για να είμαστε ειλικρινείς, εδώ είναι όλα υπό έλεγχο.
Μας είπαν πως έχουμε συστήματα υψίστης ασφαλείας.
Αυτός ο τόπος είναι γεμάτος μεγάλα παράθυρα με θέα.
Ακόμα και τα νούμερα του καθενός μας βλέπουμε από κει.

Μην με κοιτάζεις έτσι.
Επίμονα ζητάς εδώ και μέρες να σου πω. Επίμονα.
Κι αυτές οι πέτρες στο προαύλιο νιώθω πως θα με πυροβολήσουν.
Αυτός ο τόπος δεν έχει κάτι που να σε αφορά, στο λέω.
Και τα νούμερά μου ήταν δεμένα σε χαρτί πάνω στην πέτρα.

Το μόνο που μπορώ να σου πω,
η διαμονή ήταν πακέτο με τα οδοιπορικά. Μια τιμή.
Μην με κοιτάζεις έτσι. Έχω ξεχάσει πόσο.
Το συμβόλαιο ήταν δελεαστικό, όχι πως χρειαζόμουν.
Ούτε συμβόλαιο, ούτε δέλεαρ.
Ήταν όμως πακέτο.

Οι νέοι είναι πολύ χαρούμενοι.
Στα νούμερα φοράνε σιδερωμένες τις στολές.
Οι παλιοί δεν λένε κουβέντα.
Δεν ξέρω καν αν κάνουν όλοι το νούμερο τους.
Μοιάζουν να ‘ναι λίγοι οι παλιοί.
Στ’ αλήθεια όμως δεν ξέρω, φεύγουν ή πεθαίνουν;
Κανένα από τα δύο δεν ήταν στο συμβόλαιο.

Τις τελευταίες μέρες νιώθω αδιάθετη.
Είχα καιρό να αρρωστήσω.
Δεν με πειράζει, μόνο που βλέπω κάτι αλλόκοτα όνειρα.
Και το πρωί, σηκώνομαι και κάνω περίεργες σκέψεις.
Σκέφτομαι που μου ζητάς να σου πω για κείνες τις μεγάλες αλήθειες
και αναρωτιέμαι αν φταίει, ίσως, το ότι δεν έχεις καλή θέα
ή γιατί μπορεί να νιώθεις ανασφάλεια.
Είναι και κάτι που με έχει τρομάξει.
Σκέφτηκα χθες να έρθω να σε δω. Περίεργη σκέψη, ε;
Μην με κοιτάζεις έτσι.

Οι μεγάλες αλήθειες...
Με θυμώνεις.
Ούτε που μπήκες στον κόπο να ταξίδεψες προς τα δω καμιά φορά
και θες να μάθεις τώρα πως μυρίζει ο πηλός όταν τον πλάθεις.
Αφού ξέρεις να δίνεις σχήμα τι σε νοιάζει παραπάνω, μου λες;

Έχεις δίκιο, τόση ώρα μιλάω και είναι όλα... παλιά και εντυπώσεις.
Τι να τις κάνεις τις εντυπώσεις; Έχεις δίκιο.

Αλήθειες κατά παραγγελία.

Οι πόρτες μπορούν να είναι κλειδωμένες ακόμα κι ας μην κρέμεται κλειδί.
Σημασία έχει, αν είσαι μέσα ή στο πλατύσκαλο.

Τα παράθυρα θα διαθέτουν πάντα θέα, για όλα τα γούστα.
Σημασία έχει, αν κοιτάς ή κάποιος κοιτάει εσένα.

Μεγάλες αλήθειες...

Εμένα μου μοιάζουν όλες προφανείς.
Μόνο που δεν θυμάμαι τι πρέπει να κάνω στο νούμερο μου.
Και θα είναι πάντοτε μεγάλες, όσο αντέχεις να σε αφορούν.
Εσύ τώρα, έλα κάτσε εδώ δίπλα
και κοίταξε με.
Πόσες μεγάλες αλήθειες χωράνε στο προαύλιό σου;

29.7.09

I need vacations. You need vacations. We all need vacations?




Ήρθε λοιπόν και πάλι φέτος το αποκορύφωμα της χρονιάς του καθενός μας.
Πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος κακουχιών, αναποδιών, προβλημάτων, καταπιεστικής δουλειάς, ερωτικών –και ενίοτε σεξουαλικών- προβλημάτων, μιζέριας και δυστυχίας.
Αλλά! Οι καλοκαιρινές διακοπές είναι εδώ για όλους μας!
Τέρμα λοιπόν η καταπίεση και οι δυσκολίες, ήρθαν οι διακοπές για να μας λυτρώσουν.

Θα φτιάξουμε τις βαλιτσούλες μας, αφού θα έχουμε τσακωθεί με το έτερον ήμισυ για την πραγματική χωρητικότητα της βαλίτσας, θα πάρουμε το αυτοκινητάκι μας και, αγχωμένοι και ιδρωμένοι από την ατελείωτη κίνηση προς το λιμάνι, θα μπούμε στο καραβάκι μας. Σκεπτόμενοι τον αδρά πληρωμένο ναύλο και διαμονή, θα πιούμε πέντε-έξι καφεδάκια, θα φάμε όσα δεν θα τρώγαμε ποτέ σε ένα απόγευμα –αλλά βλέπεις το ταξίδι ανοίγει την όρεξη στους Έλληνες- κι έτσι σιγά-σιγά πιάσουμε λιμάνι στο μαγικό νησάκι.

Θα περάσουν, μοναδικά για τον καθένα, μία με δύο βδομάδες, με ή χωρίς εναλλαγή στον προορισμό μας, και θα γυρίσουμε και πάλι στην πόλη μας.
Απαλλαγμένοι από τα προβλήματα. (;) Πιο αδύνατοι και πιο όμορφοι. (;) Σε μια καλύτερη και πιο κερδοφόρα δουλειά. (;) Έχοντας «επισκευάσει» τη σχέση με την αγάπη μας. (;) Έχοντας ανακαλύψει μέσα μας –στις ατελείωτες ώρες μαυρίσματος στην αμμουδιά- έναν καλύτερο εαυτό. (;)
Ή μάλλον καλύτερα και σπουδαιότερα, θα γυρίσουμε και πάλι στην πόλη μας, έχοντας βρει το νόημα της ζωής και των πραγμάτων (42), της ευτυχίας και όλων όσων καθένας από μας πασχίζει καθημερινά να ανακαλύψει και αυτή η ρουφιάνα η ρουτίνα δεν τον αφήνει. (;)

Do we really need vacations?

Ή μήπως –οι περισσότεροι από μας- χρειάζεται να κάνουμε μια αναθεώρηση των πραγμάτων; Ένα πραγματικό reboot ή και format για τις πιο δύσκολες περιπτώσεις;
Πως από καμμένοι ή καημένοι θα γίνουμε άνθρωποι με ενέργεια και λαχτάρα για τη ζωή; Μήπως –οι περισσότεροι από μας, για να αποφύγω και τις παρεξηγήσεις- χρειάζεται να βρούμε πως πραγματικά θέλουμε τη ζωή μας, τι δουλειά θέλουμε αληθινά να κάνουμε –και όχι αυτό που ανίδεα διαλέξαμε στα 18 μας, τι μας κάνει ευτυχισμένους και τελικά να τα κάνουμε όλα πραγματικότητα;

Νομίζω πως τότε, οι διακοπές θα είναι ξεκούραστες, διαφορετικές και θα έχουν μεγαλύτερο νόημα. Τότε, οι διακοπές όλων μας, θα είναι ένα διάλειμμα από την υπέροχη ρουτίνα μας, μια ανάπαυλα από τη ζωή που επιλέξαμε και θα είμαστε όλοι στην ευχάριστη θέση να λέμε:
I “need” to return. You “need” to return. We all “need” to return.

Ας περάσουμε λοιπόν υπέροχα και ας γυρίσουμε, όλοι, καλύτεροι άνθρωποι.

23.5.09

Τα λάθη, τα φαντάσματα και μια αφιέρωση



Πάντα υπάρχει κάτι να πεις.
Πάντα υπάρχει κάτι για να λες.
Το γεγονός του χειμάρρου των σκέψεων είναι η μέγιστη προδοσία.
Πάντα υπάρχει κάτι να πεις.
Πάντα υπάρχει κάτι για να λες.
Η ανθρώπινη ύπαρξη - ολόκληρη - βασίζεται στον χείμαρρο ετούτο.
Οι σκέψεις ζουν
όπως ασταμάτητα ανθίζουν οι γλάστρες στο μπαλκόνι,
όπως ασταμάτητα περνούν οι περαστικοί,
όπως ασταμάτητα περνούν οι μέρες.
Ανελέητα ζουν.

Έχω μέρες να βγω στο μπαλκόνι.
Έχω μέρες να ποτίσω τις γλάστρες μου.
Ούτε είδα κατά που πάνε οι περαστικοί
και το ημερολόγιό μου -αλήθεια- δεν θυμάμαι που το συμμάζεψα.
Ανελέητα ζω τούτη την απουσία μου.

Πόσο ιδανικά μοιάζουν όλα στην απουσία.
Δροσερά και πολύχρωμα.
Φυσάει κι εκείνο -το γνωστό- ανοιξιάτικο αεράκι του απογεύματος.
Ιδανικά και άπιαστα.
Πως να τολμήσω να βγω στο μπαλκόνι.
Είναι όλα τόσο μεγάλα και σπουδαία.
Πως να τολμήσω να βγω στο μπαλκόνι.

Αχ αυτή η απουσία.
Μ' έχει θυμώσει.
Μ' έκανε να νιώθω ανίκανη
κι έχω θυμώσει.
Την άφησα να με κάνει να νιώθω ανίκανη.

Το πιο μικρό πράγμα που έμεινε, τελικά, απραγματοποίητο
είναι σπουδαιότερο από το μεγαλύτερο λάθος που έκανα ποτέ.
Τα φαντάσματα όσων δεν γίνονται.
Άσχημο παιχνίδι για να μπλέξεις.
Καλύτερα τα λάθη.
Καλύτερα τα λάθη.

Η απουσία τελικά θα ανθίσει
και θα περνούν οι περαστικοί
και μέρα με τη μέρα θα θαυμάζουν,
την ανάπτυξη μιας ύπαρξης
που αγαπά τα λάθη.

9.3.09

Έρχεται η άνοιξη και ίσως την πατήσουμε

[Πρώτη ιστορία του παιχνιδιού «Πες μου μια ιστορία, δίχως τέλος»]

Την λενε Δημητρα....

Κάποτε μέναμε πάλι σε μονοκατοικία.

Στον διπλανό κήπο άνθιζε, κάθε άνοιξη, μια κορομηλιά.
Κρεμιόμουνα στα κάγκελα, ίσα για να μ’ αγγίξουν.
Λευκά ανθάκια της αγνότητας
με ‘κείνο τ’ άρωμα, που μ’ άλλαζε την υπόσταση.
Ήταν ο τρίτος μου έρωτας και –κάθε άνοιξη- με αγρίευε.

Πιο πέρα πετούσαν τα αεροπλάνα, στον ουρανό του σούρουπου.
Μικρές λευκές γραμμές, σε νοητή ανηφόρα.
Κάθε άνοιξη, έμοιαζαν να απογειώνονται, την ίδια ακριβώς ώρα.
Κι ήταν σαν να σήκωναν ένα τολμηρό, γεμάτο φόρα αεράκι.
Ήταν ο δεύτερός μου έρωτας και -κάθε άνοιξη- ένιωθα στάσιμη.

Την άνοιξη βγαίναν γύρα και τα ‘ρσενικά.
Ο πρώτος έρωτας. Tελειωτικός και ατελείωτος.
Πάντοτε υπήρχε κι ένας. Έφτανε δεν έφτανε, τελικά.
Μαλλιά ατίθασα, μυρωδιά κυκλωτική, ανάσα αγριευτική.
Το απόλυτο είδος.
Μπορούσα απλά να τους εισπνεύσω και να εξαφανιστούν.
Ο πρώτος έρωτας. Tελειωτικός και ατελείωτος.

Έρχεται η άνοιξη.
Δεν θα φοβηθώ, είναι σίγουρο.
Θα είμαι έτοιμη.
Τόσες άνοιξες περάσαν
και ξέρω πια.
Θα ανθίζουν οι κορομηλιές, θα πετούν τα αεροπλάνα, θα γυρνούν τα ‘ρσενικά.
Και εγώ -κάθε φορά- αγριεμένη και στάσιμη
θα ξέρω πως δεν φτάνει.

Γιατί κάθε μια άνοιξη που έρχεται
το ίδιο πράγμα λέει,
ο έρωτας πάντα βρίσκεται
σ’ ό,τι δεν μας ανήκει.


----------------------
Σκοπός και οδηγίες του παιχνιδιού

"Πες μου μια ιστορία, δίχως τέλος" - Σκοπός και οδηγίες παιχνιδιού


Εδώ και λίγο καιρό, μαζί με κάποιους μπλογκόφιλους, σκεφτήκαμε να ξεκινήσουμε ένα παιχνίδι που θα είναι δημιουργικό, που θα μας δώσει την ευκαιρία να γνωρίσουμε νέα blogs και βέβαια θα μας προκαλέσει να τρέξουμε έναν γύρο στον αγώνα «Πες μου μια ιστορία, δίχως τέλος», παίρνοντας τη σκυτάλη –και στην ουσία, την έμπνευση- από κάποιον άλλον blogger.

Σκοπός του παιχνιδιού είναι να γράψει ο καθένας μας μια «ιστορία», για όποιο θέμα βρίσκει ενδιαφέρον, χωρίς να υπάρχει κάτι να τον περιορίζει, στο θέμα ή στο ύφος γραφής. Μια ιστορία για ό,τι τον εμπνέει ή τον συγκινεί, με την προϋπόθεση να ξεκινήσει το post του με την τελευταία πρόταση του προηγούμενου παίκτη. Με αυτόν τρόπο, θα καταφέρουμε να δημιουργήσουμε μια σειρά από μοναδικές «ιστορίες» όπου θα συνδέεται η μία με την άλλη με μία πρόταση.

Έτσι, λοιπόν, όποιος αναγνώστης βρει ενδιαφέρον είτε σε ολόκληρο το post είτε στην τελευταία πρόταση/σκυτάλη ενός παίκτη, μπορεί να την πάρει και με αυτή να ξεκινήσει στο δικό του blog την δική του «ιστορία».
Στο χώρο των comments θα πρέπει να δηλώσει αρχικά ότι παραλαμβάνει την σκυτάλη αλλά και σε ποιο blog θα βρούμε τη συνέχεια της «ιστορίας».
Οι «ιστορίες» μπορούν να έχουν οποιοδήποτε θέμα, χωρίς να χρειάζεται η μία να είναι συνέχεια της άλλης, και το μόνο που θα τις συνδέει θα είναι η πρόταση/σκυτάλη.
Επίσης, στο ξεκίνημα του κάθε post, θα πρέπει να αναφέρεται η πρόσταση Συνέχεια του παιχνιδιού «Πες μου μια ιστορία, δίχως τέλος» από το blog Χ (δημιουργώντας link από το post που που πάρθηκε η σκυτάλη), ώστε όποιος ενδιαφέρεται να μπορεί να ανατρέξει στις προηγούμενες ιστορίες.
Ο παίχτης που έχει πάρει τη σκυτάλη -
αν στο blog του εγκρίνει τα comments των αναγνωστών πριν τα ανεβάσει- για όσο καιρό την έχει (μέχρι δηλαδή κάποιος άλλος δηλώσει στα comments του ενδιαφέρον) καλό θα ήταν να το απενεργοποιήσει, για να μπορεί άμεσα να δηλωθεί ενδιαφέρον από τον επόμενο ενδιαφερόμενο.
Κλείνοντας, απαραίτητη προϋπόθεση είναι, στο τέλος κάθε post να υπάρχει η πρόταση Σκοπός και οδηγίες του παιχνιδιού, το οποίο θα πρέπει να μετατρέπεται σε link με την παρακάτω διεύθυνση:
http://tinyurl.com/dggqkn, προκειμένου κάθε αναγνώστης να έχει τη δυνατότητα να μάθει το σκοπό και τους όρους του παιχνιδιού.

Ελπίζω να διασκεδάσετε και να γνωρίσετε νέους ανθρώπους και νέα blogs. Σας αφήνω, γιατί πρέπει να αρχίσω να τρέχω, μέχρι να δω στον ορίζοντα τον πρώτο που θα πάρει την σκυτάλη μου.

27.2.09

Me, my avatar and I



DimitrAT= Dimitra Themeli
DimitrAT= Dimitr(a) Athens
DimitrAT= Dimitr@

Μικροί, απλοί συνδιασμοί. Τίποτα παραπάνω.
Ουσιαστικά δεν υπάρχει κάτι σύνθετο ή περίπλοκο, ούτε κάποια ιστορία πίσω από το ψευδώνυμό μου, στην πραγματικότητα είναι το όνομά μου.
Ομοίως συμβαίνει και με το avatar μου.
Όταν ξεκίνησα να σκέφτομαι ποια εικόνα θα χρησιμοποιήσω, οι υποψηφιότητες ήταν τόσες πολλές που δεν κατάφερα ποτέ να διαλέξω κάποια από όσες είχα συλλέξει, εικόνες από κόμικς, από εξώφυλλα δίσκων, εικόνες από χίλια δυο σημεία του internet. Ένιωθα πως αργά ή γρήγορα, όποια από όλες αυτές έβαζα, θα την βαριόμουν. Δεν το έψαξα παραπάνω. Φωτογραφίες διακοπών. Καλοκαίρι 2008 στην Αλόννησο. Εγώ και πάλι εγώ, σε μια εικόνα γνώριμη για όσους με ξέρουν και με το κάδρο καθορισμένο από τον φωτογράφο και όχι από το photoshop. Δεν το έψαξα παραπάνω.
Η φωτό αυτή συνοδεύει όλα τα profile μου, όπου το απαιτεί κάποια εγγραφή.
Στη συνέχεια μου άρεσε πολύ αυτή η σκέψη, να μην «κρυφτώ» δηλαδή πίσω από μια εικόνα ή ένα ψευδώνυμο, και που τελικά να μην είμαι κυριολεκτικά εγώ. Δεν ήθελα να υπάρχει κανένα ίχνος μάσκας, απλά ένα μικρό παιχνίδι, στην εικόνα και στις λέξεις, για να κάνουμε και λίγο εντύπωση βρε παιδί. ;-p

Κι όλα αυτά τα γράφω, στα πλαίσια του παιχνιδιού, μίλησε για το avatar σου ή και για το ψευδώνυμό σου και ύστερα δώσε τη σκυτάλη σε 5 άλλα blogs που εσύ θέλεις, το «χρέος» μου το έκανα, για το πρώτο κομμάτι μόνο. Θα ήθελα να μην προχωρήσω στέλνοντας αυτή την «υποχρέωση» σε άλλους 5, γιατί πραγματικά θα νιώσω, σαν αυτά τα ανατριχιαστικά mail που όλοι έχουμε λάβει, τα οποία αν δεν τα προωθήσουμε σε 5 φίλους μας κάτι κακό θα μας συμβεί.

Μου έδωσε την σκυτάλη για αυτό το παιχνίδι ο webwalker, τον ευχαριστώ πολύ, και τώρα, ήρθε η ώρα να ξεκινήσουμε ένα νέο παιχνίδι και είστε όλοι επρόσδεκτοι. Μείνετε συντονισμένοι...

21.2.09

Γιατί είμαι ο γείτονας, «που έφυγε για διακοπές».





Rock me...
...γιατί αρχές του έτους «φεύγω» πάντα,
προγραμματισμένη, σαν πτήση χωρίς καθυστέρηση.
Είναι ίσως που έρχεται και η άνοιξη.
Mοιάζει με το άγχος και την αγωνία που νιώθουμε,
όχι γι’ αυτά που είναι εδώ αλλά γι’ αυτά που θα ‘ρθουν.

Είναι που πεθαίνω για τη φυσαρμόνικα και δεν μπορώ να μην είμαι blue.

Δεν είναι φευγιό, για να ‘μαστε σαφείς.
Είναι που δεν γίνονται οι απαιτούμενες συνδέσεις,
είναι που μοιάζουμε με παρεξήγηση,
και που πεθαίνω βέβαια και για τη φυσαρμόνικα.
Είναι που ο τόπος μοιάζει αλλιώς και που οι άνθρωποι είναι θλιβεροί,
μα και που πεθαίνω βέβαια και για τη φυσαρμόνικα.

Είναι που ένα φιλαράκι λέει να την κάνει και μας λείπει ήδη, θλιμένα,
σαν εκείνη τη φυσαρμόνικα.
Είναι και που ένα άλλο έχει ζόρια δύσκολα,
κι εγώ δεν ξέρω να του παίζω φυσαρμόνικα.

Θα ισιώσουν όλα ρε παίδες, θα δείτε.
Θα γίνουμε πάλι ωραίοι
κι από πίσω θα παίζει...

31.1.09

Ο Μπους, η Κοντολίζα και ένας μικρός Θεός… στην παραλία

Καλοκαίρι. Τοπίο πράσινο, άγριο και δροσερό, που σβήνει σε γαλανά νερά.
Αλόννησος. Παραλία Μεγάλος Μουρτιάς.
Κατεβαίνω τα σκαλοπάτια της παραλιακής ταβέρνας και αυτό το μεσημέρι –όπως τα περισσότερα μεσημέρια της βδομάδας του δεκαπενταύγουστου των τελευταίων χρόνων.
Η παραλία ξεκινάει μετά από το τελευταίο σκαλί.
Περπατάω στα χοντρά και άγαρμπα βότσαλα, της κατά τα άλλα υπέροχης παραλίας. Γύρω, πολύ παράξενο για τέτοια εποχή, υπάρχουν ελάχιστες ομπρέλες ανοιχτές και ο κόσμος είναι αδικαιολόγητα λίγος.
Είμαι δύο βήματα από τη θάλασσα, φυσάει ένα υπέροχο αρμυρό αεράκι. Δίπλα μου, κατεβαίνουν για να κολυμπήσουν μαζί μου, ο Τζωρτζ Μπους, η γυναίκα του και η Κοντολίζα Ράις. Το νερό είναι πολύ κρύο για τα γούστα μου, κοντοστέκομαι. Πολύ δειλά κάνω δυο βήματα, μου φτάνει πάνω από τα γόνατά. Οι άλλοι τρεις είναι ήδη μέσα. Πρέπει να το πάρω απόφαση. Κάνω μια απότομη κίνηση και μπλουμ, μέσα στο νερό. Μένω στα ρηχά και με γρήγορες κινήσεις προσπαθώ να συνηθίσω τη θερμοκρασία. Ο Μπους με την Κοντολίζα κολυμπούν πίσω μου, κουβεντιάζουν, χαζεύοντας ανακουφισμένοι τον γαλαζοπράσινο τοπίο. Εγώ μένω μπρούμυτα, ακόμα στα ρηχά, τόσο που κάποιες στιγμές ακουμπάω στα βότσαλα. Δίπλα μου πλησιάζει η γυναίκα του Μπους. Επιπλέουμε παράλληλα κοιτώντας προς την παραλία. Ρίχνει ένα βλέμμα στην πρώτη ομπρέλα, και με ρωτάει στα αγγλικά: «Αλήθεια, πως αντέχεις να βλέπεις τον κόσμο έτσι όπως έχει καταντήσει; Εσύ, ένας μικρός Θεός;» Παγώνω, νομίζω από ντροπή κυρίως. Κοιτάζω τα καταπράσινα πεύκα της πλαγιάς πάνω από το νερό. «Δεν ξέρω, τι να πω... Ζω, πολλές φορές μέσα από πόνο και θλίψη ζω. Τι να πω.», απαντάω.

Χτυπάει το τηλέφωνο που είναι στο σαλόνι. Ελάχιστα το ακούω.
Νιώθω ακόμα το νερό.
Χτυπάει το κινητό μου. «Εντάξει, ξύπνησα!»

--------

Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω τι να πω γι’ αυτό που μου συνέβη. Και ακόμα καλύτερα δεν ξέρω γιατί μου συνέβη. Δεν μπορεί να παίζει το μυαλό μου, έτσι, μαζί μου. Δεν μπορεί. Εύκολα μπορώ να στεναχωρηθώ, εύκολα μπορώ να προβληματιστώ.
Νομίζω όμως, πως είναι καλύτερα να κρατήσω το ευχάριστο του πρωτότυπου.
Δεν νομίζω πως βλέπεις συχνά τον Μπους και την Κοντολίζα στον ύπνο σου.
Και ως μικρός Θεός, θα φέρω μεθαύριο στον ύπνο μου και τον Ομπάμα.
Να δούμε τι εξυπνάδες έχει να πει και αυτός για τον κόσμο μας.

30.1.09

Μια αλήθεια, το ψέμα και το βραβείο της ανακάλυψης



Μέρες τώρα, ψάχνω, ενοχλημένη, να σε ονοματίσω,
να σου κρεμάσω μια ταυτότητα
για να ξέρω με τι έχω να κάνω.

Leave me alone I can’t stand thinking anymore.

Μέρες τώρα, στήνω τον καθρέφτη στο απέναντί σου,
να μου πεις τι βλέπεις
για να ξέρω με τι έχω να κάνω.

Leave me alone I can’t stand thinking anymore.

Μέρες τώρα, μέσα στην άγρια χαρά μου,
σβήνεις το φως και μου λες
να ψηλαφήσω τα κενά σου.

Leave me alone I can’t stand thinking anymore.

Μέρες τώρα, ενοχλείς συστηματικά
αυτό που έμαθα καλά να κάνω,
το απέναντι από σένα.

Leave me alone I can’t stand thinking anymore.

Leave me alone darling,
δεν βαριέσαι, αφού είπαμε,
θα μείνω κάτω από αυτό το ψέμα και θα το κρατήσω με όλη μου τη δύναμη,
εκεί ψηλά να στέκεται μαζί με τα άλλα ψέματα.
Leave me alone honey,
τα λεφτά σου θα τα ‘βγαζες το ξέρω,
θα άξιζε άγρια, κάθε απόπειρα μαζί σου, άγρια όσο κάθε τι νυχτερινό,
αλλά τι αξία έχει να αφήσω το δικό μου ψέμα?

Νομίζεις πως είμαι ανόητη?
Αυτό το ψέμα ήταν κάποτε μια, κάποια, αλήθεια.
Δεν είμαι ανόητη.
Αυτό το ψέμα αξίζει κάθε απόπειρα μαζί του.
Αυτό το ψέμα είναι άγριο όσο κάθε τι νυχτερινό.
Αυτό το ψέμα θα ήσουν,
αν,
μέρες τώρα
που ψάχνω ενοχλημένη να σε ονοματίσω,
είχα βρει να σου κρεμάσω μια ταυτότητα.

-------------------

Για όλους αυτούς, που κάποια στιγμή μπερδεύτηκαν και έχασαν τον δρόμο.
Για όλους αυτούς, που πάντα επέλεγαν με γνώμονα την αλήθεια.
Γιατί οι επιλογές είναι ζώα εξωτικά
και μοιάζουν ήμερα.
Δεν είναι όμως, όπως φαίνονται.

Κι αν φαίνεται στο βάθος η αλήθεια,
κοίτα καλύτερα,
γιατί μπορεί να λέει ψέματα.

28.1.09

Frogmobile VS myQ, η νέα ελληνική διαφήμιση (ή απλά ξεκαρδιστείτε)



Τον τελευταίο καιρό από τα καλύτερα πράγματα που μπορεί κάποιος να δει στην τηλεόραση, είναι κάποιες νέες διαφημιστικές καμπάνιες διαφόρων εταιρειών, οι οποίες πραγματικά με έκαναν να κλάψω από τα γέλια.
Μέσα σε όλες αυτές, προέκυψε και μια διαφημιστική κόντρα μεταξύ των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας frogmobile και myQ. Φαίνεται πως όσο θα μεγαλώνει ο ανταγωνισμός τόσο εμείς θα γελάμε μέχρι δακρύων, αφού η ήδη ευφυέστατη καμπάνια της myQ έβαλε στο τρυπάκι και την frogmobile και έτσι είδαμε αυτές τις μέρες το εκπληκτικό πια «διάλογο» -πολλά κανάλια έπαιζαν την μια πίσω από την άλλη- που νομίζω πως είναι άνευ προηγουμένου.
Πονηρός και έξυπνος βάτραχος της frogmobile, ισχυρίζεται πως η εταιρεία του έχει τις φθηνότερες χρεώσεις και κοροϊδεύει χρήστη άλλης εταιρείας πως έχει «IQ κατσικιού». Στο επόμενο λεπτό, τα χρώματα από κίτρινα γίνονται γαλάζια και βγαίνουν τα πολυαγαπημένα ανθρωπάκια της myQ φωνάζοντας, τύπου χούλιγκαν, «δεν θα γίνεις πρίγκιπας ποτέ, βατραχέ, βατραχέεε, δεν θα γίνεις πρίγκιπας ποτέ, βατραχέ, βατραχέεε….».





Βέβαια, υπάρχει και μια ακόμα εκδοχή στην απάντηση της myQ, όπου τα ανθρωπάκια ντυμένα μοιρολογίστρες απαντούν στην frogmobile με την εξής ατάκα: «αχου αχου αχου αχου κοτσάνες που αμόλησε το στόμα του βατράχου»,





όμως εγώ προτιμώ την πρώτη με διαφορά.
Την απογοήτευση που νιώθω για την διαφήμιση στην Ελλάδα, μετά από τις τόσες αντιγραφές και τις καμπάνιες τις κακόγουστες με την παντελή έλλειψη φαντασίας και ευρηματικότητας, ήρθαν να μου την διασκεδάσουν αυτές και κάποιες ακόμα («το παλιό σου νούμερο να το ξεχάσεις… να καταπίνεις καλώδια, να, να, να, να,να…!» και «συνδέεις τα ψιψιψίνια με και τα κοκοψόψα…» χαχαχαχα) με πολύ μοναδικό τρόπο.
Σίγουρα περιμένω με μεγάλη ανυπομονησία την συνέχεια!

23.1.09

Ο Steve Jobs, μια κουβέντα, η καρδιά και οι αποδείξεις


<---! Αυτή η κουβέντα δεν γίνεται για να αποδείξουμε κάτι. --->

Αφορμή για αυτά που γράφω είναι η απόσυρση του Steve Jobs για το εξάμηνο που λένε πως χρειάζεται, ώστε να περιποιηθεί το πρόβλημα υγείας που τον ταλαιπωρεί. Σε μια αναφορά σε αυτό το θέμα λοιπόν, βρήκα μια κουβέντα του ανθρώπου για τον οποίο γίνεται ο λόγος:"Όταν ήμουν 17 χρονών είχα διαβάσει κάπου πως «όταν ζεις την κάθε ημέρα σου σαν να είναι η τελευταία, τότε σίγουρα κάποια στιγμή αυτή η ημέρα θα έρθει». Μου έκανε εντύπωση και έκτοτε τα τελευταία 33 χρόνια, κάθε πρωί κοιτάζω στο καθρέπτη και διερωτώμαι: «Αν σήμερα ήταν η τελευταία ημέρα της ζωής μου, θα ήθελα να κάνω αυτά που έχω προγραμματίσει;». Κάθε φορά που η απάντηση είναι όχι για πολλές ημέρες στη σειρά, καταλαβαίνω πως πρέπει να αλλάξω κάτι... Η γνώση πως ο θάνατος είναι κοντά ήταν το σημαντικότερο εργαλείο που γνώρισα εγώ ποτέ για να κάνω τις μεγάλες επιλογές στη ζωή μου... Η γνώση πως ο θάνατος είναι κοντά, είναι ο καλύτερος τρόπος που εγώ ξέρω για να αποφύγεις την παγίδα να σκέφτεσαι πως έχεις κάτι να χάσεις. Είσαι ήδη γυμνός. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην ακολουθήσεις την καρδιά σου".

«Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην ακολουθήσεις την καρδιά σου».

Είναι πραγματικά μια υπέροχη σκέψη! Δεν μπορώ όμως να μην πω, πως βλέπω τουλάχιστον δύο όψεις σε αυτό το νόμισμα.


Γιατί η καρδιά σου [καρδιά Α], μπορεί να έχει την ατυχία να βρίσκεται σε ένα σώμα που κατοικεί στο Πολεμιστάν, και τα λεπτά που περνάνε είναι δύσκολα και όλα είναι τόσο κρίσιμα και τόσο επικίνδυνα και τα λεπτά που περνάνε είναι δύσκολα και περνάνε και είναι δύσκολα και ΜΠΟΥΜ! Η καρδιά σου μπορεί να βρεθεί στο πεζοδρόμιο.

Γιατί η καρδιά σου [καρδιά Β], μπορεί να έχει -και πάλι- την ατυχία να βρίσκεται σε ένα σώμα που διαθέτει ένα μυαλό το οποίο έχει άλλα σχέδια για σένα, ή μάλλον καθόλου σχέδια. Ένα «μυαλό» που δεν ενδιαφέρεται για τίποτα σπουδαίο, για τίποτα μεγάλο, ένα μυαλό που θα πάει σε ΜΙΑ δουλειά, θα σχολάσει και θα πάει για καφέ και μετά για φαγητό και μετά για ένα ποτάκι, και το μόνο για το οποίο θα προβληματιστεί είναι οι λεπτομέρειες του πως θα γίνουν όλα αυτά. Η καρδιά σου μπορεί να βρεθεί -35 χρόνια μετά- παχύσαρκη και δυστυχισμένη, σχεδόν σταματημένη, μπροστά στην τηλεόραση.

Γιατί η καρδιά σου, μπορεί και πολλά ακόμα…


<---! Όμως αυτή η κουβέντα δεν γίνεται για να αποδείξουμε κάτι. --->


«Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην ακολουθήσεις την καρδιά σου».

Είναι πραγματικά μια υπέροχη σκέψη! Δεν μπορώ όμως να μην πω, πως βλέπω τουλάχιστον ΑΛΛΕΣ δύο όψεις σε αυτό το νόμισμα.


Την καρδιά σου [καρδιά Γ] να την ακολουθήσεις, αλλά για πού;
Είσαι άνθρωπος με ενδιαφέροντα, άνθρωπος που θες να μαθαίνεις πολλά, που θες να πράττεις άλλα τόσα. Καθημερινά λοιπόν προσπαθείς, υπάρχει βέβαια και μια δουλειά –όλοι χρειαζόμαστε έναν χορηγό για την διαβίωσή μας-, δουλεύεις πολύ, εξαντλείσαι εξίσου πολύ, όμως είπαμε, είσαι άνθρωπος με ενδιαφέροντα. Γυρνάς λοιπόν από το γραφείο και μένεις ξάγρυπνος όσο περισσότερο γίνεται για να κάνεις όλα τα υπόλοιπα που θα σε γεμίσουν, που θα σε εξελίξουν, που θα σε κάνουν να πας ένα βήμα παραπάνω… που όμως τελικά κανείς δεν μπορεί να σου πει αν: θα τα κάνεις ποτέ και επαγγελματικά, αν θα βγάλεις έστω και λίγα λεφτά από αυτά, αν θα αναγνωριστούν από έναν και μόνο άνθρωπο, αν τελικά -εκτός από τη δική σου ικανοποίηση- έχουν κάποιο άλλο, πιο διαφορετικό σκοπό.
Η καρδιά σου πάει να κατακτήσει, την γνώση, τις εμπειρίες και άλλα όμορφα και όπως λέει και ο κακός ο γείτονας, περιττά.

Την καρδιά σου [καρδιά Δ] να την ακολουθήσεις, αλλά για πού;
Είσαι άνθρωπος με ενδιαφέροντα, άνθρωπος που θες να μαθαίνεις πολλά, που θες να πράττεις άλλα τόσα, που σε πληγώνουν και σε λυπούν πολύ όλα τα άδικα και στενάχωρα που συμβαίνουν στον κόσμο. Υπάρχει βέβαια και μια δουλειά –όλοι χρειαζόμαστε έναν χορηγό για την διαβίωσή μας-, δουλεύεις πολύ, εξαντλείσαι εξίσου πολύ. Γυρνάς από το γραφείο και ασχολείσαι με ό,τι κοινωφελές μπορεί κανείς να φανταστεί, μαζεύεις ρούχα και παιχνίδια, οργανώνεσαι μέσα του blog σου, συμμετέχεις σε οργανώσεις, μαζεύεις λεφτά, υιοθέτησες ένα παιδάκι από το Πολεμιστάν, υιοθέτησες και ένα αρκουδάκι από εκείνο το βουνό που πήγες πέρσι τα Χριστούγεννα. Αλλά. Όλο αυτό το κακό, που υπάρχει μπρος στα γυαλιστερά σου μάτια, μετά και απ’ όλα αυτά που έχεις κάνει για τον κόσμο, είναι εξίσου μεγάλο, εξίσου λυπηρό.
Η καρδιά σου είναι η Μητέρα Τερέζα, ο Ερυθρός Σταυρός, οι Γιατροί χωρίς Σύνορα, κι όμως η αδικία στον κόσμο είναι ακόμα μεγάλη.


Θυμίζω:

<---! Αυτή η κουβέντα δεν γίνεται για να αποδείξουμε κάτι. --->


«Η γνώση πως ο θάνατος είναι κοντά, είναι ο καλύτερος τρόπος που εγώ ξέρω, για να αποφύγεις την παγίδα να σκέφτεσαι πως έχεις κάτι να χάσεις.»


Αν είσαι η καρδιά Α, ή ΦΤΥΝΕΙΣ όλο σου το έθνος και την οικογένεια και γίνεσαι το φτωχό παιδί από το Πολεμιστάν, που ήταν φιλόδοξο πολύ και κατάφερε να έρθει στην Ευρώπη, να διαπρέψει και να καταπλήξει τους πάντες -δεν μας νοιάζει τώρα σε τι- ή μένεις εκεί και «ο θάνατος είναι πολύ κοντά». Καρδιά πεζοδρομίου.

Αν είσαι η καρδιά Β, ή ΞΥΠΝΑΣ –μεταφορικά πάντα- μια μέρα και γίνεσαι η καρδιά Γ ή καρδιά Δ και νιώθεις πιο χρήσιμος και άξιος, σε γενικές γραμμές, ή μένεις εκεί και «ο θάνατος είναι πολύ κοντά».
Καρδιά σταματημένη, μπροστά στην τηλεόραση.
Τώρα, αν είσαι η καρδιά Γ ή η καρδιά Δ, είσαι -εκτός από πιο τυχερός, και- ένας από μας. Το νόημα της ζωής δύσκολα να το βρεις –δουλεύεις και πολλές ώρες, δεν υπάρχει χρόνος για τέτοια- όμως σίγουρα αυτό που –μέσα από τα καθημερινά σου «ενδιαφέροντα»- κάνεις, είναι να απομακρύνεσαι από το θάνατο. Μην παρεξηγηθώ. Μια «κακιά στιγμή όπως λένε» μπορεί να σε κάνει κι εσένα καρδιά Α. Όμως. Σήμερα λογικά, δεν είναι η τελευταία μέρα της ζωής σου. Σήμερα –όπως πολύ ωραία είπαν διάφοροι- είναι η πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής σου. Κράτα λοιπόν τον θάνατο μακριά, με τον δικό σου μοναδικό τρόπο. Δουλεύοντας, διαβάζοντας, μοιράσου με τους ανθρώπους ό,τι σου κάνει κέφι, βγάλε την ενέργειά σου όλη -αύριο που θα ξυπνήσεις θα υπάρχει κι άλλη δίπλα στο μαξιλάρι σου- και σκόρπισέ την όπου νομίζεις, με όποιον τρόπο σε ευχαριστεί.

Μόνο κράτα το θάνατο μακριά σου.

20.1.09

Ο γάμος, ο έρωτας, η μουσική και τα χρόνια που θα μείνουν ροκ

3 χρόνια γάμου, 6 χρόνια, 15, 38...
Χρόνια γάμου, χρόνια που θα σε τρώω και θα με τρως, χρόνια που θα τα καταφέρουμε,
Χρόνια που θα αποτύχουμε, χρόνια που θα σ' αγαπώ και θα σε ζηλεύω,
Χρόνια που θα μ' αγαπάς και θα με υπομένεις.
Χρόνια που θα με κουβαλήσεις, χρόνια που θα σε κουβαλήσω.



Did I disappoint you
Or leave a bad taste in your mouth
You act like you never had love
And you want me to go without
Well it's too late tonight
To drag the past out into the light
We're one but we're not the same
We get to carry each other, carry each other.

Χρόνια που θα είναι όπως τα ονειρευτήκαμε, ή όχι.
Χρόνια που θα ζήσουμε μαζί, σαν να 'μαστε ο ένας για τον άλλον, ή όχι.
Χρόνια που θα μας αρκεί που είμαστε μαζί, ή δεν θα μας αρκεί.
Χρόνια που θα είσαι το όνειρο της ζωής μου, ή όχι.
Χρόνια που θα είμαι η πιο όμορφη γυναίκα -σου-, ή όχι.
Χρόνια, που πάνω στα σεντόνια -κάτι βραδιές- θα γίνεται τούτο το όχι ναι.



Μην πας μια μέρα στη δουλειά σου - μην πας,
δεν ζούμε, να δούμε αν αγαπιόμαστε - μην πας.
Μην πας,
τα ίδια έκανε, θυμάμαι, κι ο μπαμπάς,
μα εμένα τούτη η διαδοχή μ' έχει τρομάξει,
ποιος ξέρει άραγε
μ' αυτό που μ' αγαπάς
πιο άλλο όνειρο ζωής έχεις ξεγράψει;

Ξεκίνησε κάποτε μια ρουλέτα να γυρνάει, έπεσε και μια μπίλια στη στροφή, να γυρνάει.
Έσκασε ένας έρωτας -τυχαίος ήταν, καθόλου προμελετημένος- μπρος στο πρόσωπό μου, σαν γκαζιά έσκασε, σαν ροκιά έσκασε...
κι ύστερα άρχισαν να περνούν τα χρόνια.
3 χρόνια γάμου, 6 χρόνια, 15, 38...



"Κι αυτό το μαύρο των ματιών σου; Πού να το χωρέσω αυτό το μαύρο; Σκοτεινιάζει τη θλίψη μου, αγάπη μου. Σε θέλω, σε θέλω, μ’ ακούς; Σε θέλω.
Είσαι όμορφος αγάπη μου. Πολύ.
Όμορφος.
Σαν τον αγριότερο πόθο μου, όμορφος.
Σαν την πιο τρελή νύχτα που ‘χω ζήσει, όμορφος.
Τα βρεγμένα μαλλιά σου, σαν την Ασκληπιού και την Ιπποκράτους, όταν βρέχει, με χαράζουν, με τρελαίνουν. Και φωτίζουν όλες οι αντανακλάσεις των πόθων σου το μέσα μου. Τί έλεγα;
Όμορφος.
Σαν τον άντρα των ονείρων μου, όμορφος.
Μελαχροινός με τις αντιθέσεις, με τη σκληράδα που διακατέχει μόνο ό,τι είναι άγριο. Τρελά άγριο.
Δ.Θ."


Μην ξεχάσεις μόνο.
Τη ρουλέτα και το ροκ που παίζουν τα μάτια σου...

13.1.09

Καλημερούδια μπλογκόπαιδα και ποστέηδες!


Ναι είναι δικό μου! Ναι εγώ ξύπνησα μαζί του! Ναι είναι ένα απίστευτο πρωινό!

Ναι λοιπόν, μου ξημέρωσε ένα από εκείνα τα πρωινά που νιώθεις τόσο ευτυχισμένος, εκείνα τα πρωινά που σε κάνουν να πιστεύεις πως σήμερα είναι η μέρα η μεγάλη, εκείνα τα πρωινά που λες πως όλα τα καλά είναι πιθανά σήμερα.
Είναι εκείνα τα πρωινά που "πεθαίνουν τα αφεντικά", γινόμαστε όλοι όμορφοι, αγαπιόμαστε και γελάμε, δεν μας νοιάζουν τα λεφτά κι αν έχουμε περιττά κιλά, εκείνα τα πρωινά που αγαπάμε και την πιο βαρετή δουλειά, πάμε για καφέδες -έστω και νοερά-, πετάμε από πάνω μας όλη τη μιζέρια και γινόμαστε παιδιά και έφηβοι, και όλα είναι καινούργια και αισιόδοξα!
Όχι δεν παίρνω ναρκωτικά –εδώ μόλις έκοψα και το τσιγάρο-, απλά ξημέρωσε ένα φανταστικό πρωινό για μένα, ένα από αυτά τα πρωινά που όλα σου κάνουν κέφι και θα το αφιερώσω σε δύο αγαπημένους φίλους μου (τον Μπάμπη και την Άβα) και θα ευχηθώ και σε όλους τους υπόλοιπους να έχουν μια υπέροχη μέρα.

Καλημερούδια μπλογκόπαιδα και ποστέηδες!

12.1.09

Η θλίψη, το δωμάτιο και οι εποχές που άλλαξαν


Θλίψη 14/10/02
Νοστάλγησα τα βράδια που στοίβαζα τα λευκά μου χαρτιά και τις σκέψεις και τους στίχους. Και ‘παιρνα πάντα βαθειά ανάσα πριν αρχίσω και ευχόμουν να φτάσει ως το τέλος. Μουτζούρωνα λοιπόν τα χαρτιά μου ξανά και ξανά, κάθε βράδυ στο όνομα της θλίψης μου. Και σφίγγονταν η καρδιά μου, τώρα το νιώθω πόσο, σκαρφάλωνα πάνω της και πατούσα μ’ όλη της τη δύναμη να την στίψω. Έτσι μόνο κατάφερνα να κοιμηθώ ήσυχη, εξαντλημένη από το βάρος της θλίψης μου. Ξανά και ξανά, κάθε βράδυ στο όνομα της θλίψης, που την έκανα δικιά μου για να με παίρνει ο ύπνος.
Κι ύστερα πέρασαν λίγα χρόνια και ήρθε η αγάπη να μου πάρει όλη τη θλίψη. Και ξέρω γιατί μου την πήρε, όλη. Γιατί μ’ έβαλε να μοιραστώ ό,τι είχα. Ήρθε κι έσκυψε και μου ψιθύρισε, να μοιραστώ. Πώς παράκουσα; Ο αγέρας; Είμαι σίγουρη ακόμη πως είπε, να χαριστώ. Και ξέρω γιατί μου πήρε τη θλίψη, όλη, γιατί μ’ έβαλε – είμαι σίγουρη ακόμη – να χαριστώ. Κι ύστερα πέρασαν λίγα χρόνια και φεύγοντας η αγάπη, μου επέστρεψε τη θλίψη, όλη. Φθινόπωρο είναι ακόμα – λίγα χρόνια μετά – ή φθινόπωρο είναι πάλι – ίδιο φθινόπωρο σαν τότε; μόνο που, γλυκειά μου θλίψη, ό,τι κι αν παρέμεινε το ίδιο, όσο κι αν είναι φθινόπωρο ακόμα, αθάνατο φθινόπωρο, όσο κι αν η καρδιά μου κι αγρύπνια μου σε λαχταρά, δεν θα με βρεις εδώ, ω καλή, γλυκειά μου θλίψη.

---------------

Ψαχούλευα στα παλιά μου backup, από παλιότερους υπολογιστές, που έχουν μείνει ακόμα ασυμάζευτα, και έπεσα πάνω σε μια «δακτυλογραφημένη σκέψη», τότε που δεν ήξερα ακόμα τι σημαίνουν τα blogs. Η διαδικασία αποτύπωσης σκέψεων, πόσο διαφορετική ήταν, και ακόμα παλιότερα βέβαια... ακόμα πιο πολύ.

Για μένα, ήταν και άλλη η διαδικασία του γραψίματος τότε. Η διαδικασία του «να μπεις μέσα» όπως την θυμάμαι να λέγεται.
Θυμάμαι πως υπήρχε ένα δωμάτιο.
Θυμάμαι πως άρχιζα να βλέπω την πόρτα του, μόνο όταν το μυαλό μου ψαχνόταν, γιατί όλη την υπόλοιπη μέρα, πόρτα, εκεί, δεν υπήρχε. Όταν η πόρτα ήταν φανερή πια, την άνοιγα και έμπαινα μέσα. Δεν έμοιζε και πολύ διαφορετικό από το «πραγματικό» μου δωμάτιο και τελοσπάντων από τα δωμάτια των περισσότερων ανθρώπων. Φοιτητικό/παιδικό, με ντουλάπα, κρεβάτι, παράθυρο και βέβαια, γραφείο. Γραφείο με συρτάρια, στυλό και μολύβια, φωτιστικό, χαρτιά -γραμμένα και λευκά-, καθρέφτης και βέβαια ρολόι.
Θυμάμαι πόνο στο χέρι -και στην καρδιά αλίμονο- αλλά κυριώς, πόνο στο χέρι.
Θυμάμαι και ιδρώτα. Ιδρώτα; Μα καλά είναι δυνατόν; Θυμάμαι και ιδρώτα.
Θυμάμαι μόνο νύχτα. Θυμάμαι, να μοιάζει πάντα, μόνο νύχτα.

Θυμάμαι κλειστά παραθυρόφυλλα -το μεσημέρι-, και ναι... εκείνη η χαραμάδα.
Μισόκλειστα παραθυρόφυλλα, με μια μικρή χαραμάδα, να απειλεί πως θα μπει από κει ο δυνατότερος ήλιος του μεσημεριού. Δεν φτάνει μόνο αυτό.
Θυμάμαι και καπνό. Πολύ καπνό!
Το υπερθέαμα ήταν ένα. Εκπνοή καπνού πυκνού στη χαραμάδα που παραφύλαγε τον ήλιο. Spectacular!
Και θυμάμαι και ένα τελευταίο. Δεν έβγαινα από κει αν δεν είχα τελειώσει αυτό που έπρεπε, τον κώλο μου να χτυπούσα κάτω. Δεν πάει να ικέτευα και να εκλιπαρούσα, τίποτα. Όχι, δεν υπήρχε ελπίδα να βγω από το δωμάτιο, δεν υπήρχε ελπίδα, ούτε να σηκώσω το χέρι μου από το χαρτί. Πόσο άλλαξαν οι εποχές.

Λυπάμαι αλλά πρέπει να φύγω για το γραφείο. ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Λυπάμαι.

26.12.08

Ο εφιάλτης των Χριστουγέννων και η μικρή Πάρνηθα

Σήμερα το μεσημέρι, σαν κλασικοί Αθηναίοι, αποφασίσαμε να πάρουμε τα βουνά. Για την ακρίβεια σκεφτήκαμε να ανέβουμε μια βόλτα μέχρι την Πάρνηθα, που εδώ και μερικές μέρες λένε πως είναι χιονισμένη, να παίξει και το σκυλάκι μας με το χιόνι που τόσο του αρέσει να «χάφτει» χιονόμπαλες.


Ξεκινώντας λοιπόν, λίγο πριν την Μεταμόρφωση, πήραμε τον δρόμο προς τα πάνω. Βρήκαμε μια σχετική κίνηση -αρκετά αυξημένη- πιο έντονη μέχρι τις ταβέρνες που τελείωνε μόλις περνούσες και το τελεφερίκ. Από κει και πέρα ήταν χάρμα. Όλα υγρά και πράσινα, τα δέντρα νόμιζες πως θα σου «χτυπήσουν» το τζάμι του αυτοκινήτου. Εκεί μου ήρθε η πρώτη σκέψη. Έμοιαζε τόσο αλλόκοτο –δεδομένου πως είχα, όχι μόνο να βγω στη φύση, αλλά να δω «άγριο δέντρο» μήνες τώρα- όλο αυτό το τοπίο, ένιωσα σαν να ήμουν έξω από τα νερά μου. Δεν ήταν καθόλου δυσάρεστο, αλίμονο, ήταν απλά, πώς να το πω, αλλιώτικο. Ασυνήθιστο, αγνώριστο για τον επεξεργαστή του μυαλού μου, αφού στη βάση των δεδομένων μου, τουλάχιστον σε αυτή που ανατρέχω συχνά, δεν υπήρχε κάτι αντίστοιχο. Συνειδητοποίησα εκείνη τη στιγμή πως κοιτούσα έξω από το παράθυρο σαν ούφο, αυτό το όμορφο τοπίο που ξεδιπλωνόταν σε κάθε στροφή. Σκέφτηκα πως σε όλες τις ευρωπαϊκές –τουλάχιστον- χώρες, όλοι οι πολίτες έχουν μια συχνή επαφή με τη φύση και το δάσος, το έχουν εντάξει στη ζωή τους και το βιώνουν σαν ισάξιο μέρος της καθημερινότητάς τους. Σαν ούφο λοιπόν συνέχιζα να κοιτάζω καθώς παίρναμε μια μια τις στροφές.

Είχαμε ήδη φτάσει πάνω από τα μισά του υψ
όμετρου που θα καταλήγαμε, συχνή ψιχάλα, που και που χιονόνερο, ακόμα όλα υγρά, ακόμη μια στροφή, λίγο παραπάνω χιονόνερο στο παρμπρίζ, άλλη μια στροφή… όλα κάτασπρα! Απίστευτη εναλλαγή. Νόμιζες πως απλά ανοίξαμε μια πόρτα και βρεθήκαμε σένα άλλον τόπο. Με ικανοποίηση πια, αφού γέμισαν τα ματάκια μας λευκό, λευκό παντού, συνεχίσαμε τη λίγη διαδρομή που μας είχε απομείνει μέχρι το καζίνο. Άλλη μια στροφή, όλα άσπρα, κι άλλη μια στροφή… τραγικό. Μια μικρή χαράδρα στους πρόποδες του καζίνο, και γύρω όλες οι πλαγιές μέχρι όπου έφτανε το μάτι σου, όλα καμένα, μαύρα -πώς να το πω όπως το είδα?- κάρβουνα ρε παιδί μου, κατακαημένα δεντράκια σαν φαντάσματα, βγαλμένα από τον «Εφιάλτη των Χριστουγέννων» νόμιζες. Και ήταν τόσο δραματικό, ειδικά τώρα με το χιόνι, όλα λευκά, ολόλευκα και ανάμεσα στα μπαμπάκια, τα καρβουνάκια. Τραγικό.


Με ούτε τη μισή χαρά από αυτή που είχαμε όταν ξεκινήσαμε, σταματήσαμε σε κάποιο πιο πράσινο και χιονισμένο σημείο παραπάνω. Είναι απίστευτο το τι κάνει το χιόνι στους ανθρώπους, είτε είναι ενήλικες είτε μικρά παιδιά, τι κάνει στα σκυλιά… Παίξαμε, βγάλαμε φωτογραφίες, φχαριστηθήκαμε. Κάπου παραδίπλα, άλλη μια παρέα, με δύο άντρες, μια κοπέλα και ένα πιτσιρίκι, όχι μεγαλύτερο από 3 χρονών. Το μικρό, κατενθουσιασμένο κυλιόταν στα χιόνια, χωρίς καμιά έννοια, ξετρελαμένο. Οι γονείς του -με ένα τσιγάρο στο στόμα όλοι αυτή την ώρα- χαβαλέδιαζαν με τις τούμπες που έκανε ο μπόμπιρας. Ο πατέρας του είχε στα χέρια μια σακούλα από τα Jumbo, την γέμιζε με χιόνι και την έριχνε στον μικρό. Παιχνίδι, παιχνίδι, κωλοτούμπες, η σακούλα ξαφνικά κάτω στο χιόνι, κωλοτούμπες, γλίστρες γέλια. Η σακούλα κάτω στο χιόνι. Μου θύμισε τη διαφήμιση των Jumbo, με εκείνη τη σακούλα που πραγματικά υπήρχε παντού, σε κάθε σημείο της καθημερινότητάς μας… Παντού! Η σακούλα κάτω στο χιόνι? Ελληναράδες!!! Η σακούλα έμεινε κάτω στο χιόνι κι εκείνοι ξεκίνησαν να κατεβαίνουν σιγά σιγά προς το αυτοκίνητο. Και εκεί που μου είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι και σκεφτόμουν, αξίζει να πάω να τσακωθώ, ή να περιμένω ωραιότατα να φύγουν και να πάω να τη μαζέψω, ακούω τον πιτσιρικά να φωνάζει: “Μπαμπά! Την σακούλα Jumbo!”. Υπάρχουν ένστικτα σε όλους τους ανθρώπους μέχρι κάποια ηλικία, τα οποία όμως στην πορεία αναγκαζόμαστε να τα αποβάλουμε είτε για να δώσουμε χώρο σε άλλα, είτε γιατί έρχονται σε αντίθεση με τα νέα που πρόκειται να αποκτήσουμε. “Μπαμπά! Την σακούλα Jumbo!” Ο μπαμπάς πέταξε κάτω το τσιγάρο, μάζεψε τη σακούλα και προχώρησαν προς το αυτοκίνητο.

Επιστροφή. Το ίδιο τοπίο και σκηνικό σε rewind. Υπέροχα, υπέροχα, ώσπου να το και το τελεφερίκ πάλι. Είναι σαν τα σημάδια που βάζουν οι περιπατητές στις εκδρομές τους για να μην χάνονται. Το τελεφερίκ ήταν σαν να λέμε το ξεκίνημα του πολιτισμού. Κι όπου πολιτισμός βλέπε και αυτοκίνητο. Δεν νομίζω πως είμαι σε θέση να περιγράψω την επιστροφή μας. Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως μετρήσαμε, από την Πάρνηθα μέχρι λίγο μετά την Μεταμόρφωση, μία ώρα και ένα τέταρτο. Ταλαιπώρια κι Άγιος ο Θεός. Κι εδώ κολλάει, το ποιος Θεός και τέτοια. Είναι νομίζω περιττό να πω πως είχαμε ξεχάσει πια όλα τα όμορφα που είδαμε και ολοκληρώνοντας με αυτή την επιστροφή, είχαμε ένα άθροισμα από άσχημες εμπειρίες.


Δεν φχαριστήθηκα σήμερα, μπορώ να το πω με σιγουριά. Στεναχωρήθηκα, ταλαιπωρήθηκα, σιχτίρισα και ένα σωρό άλλα. Έχει γίνει δύσκολη η Αθήνα, είναι γεγονός πια. Δεν παλεύεται ώρες ώρες. Δεν ξέρω πώς να της φερθώ. Την αγαπώ και θέλω να την ζήσω, αλλά με πληγώνει ρε γαμώ το. Βέβαια όταν λες Αθήνα, δεν μπορείς παρά –πίσω από την πόλη- να δεις τους πολίτες της και τους πολιτικούς της. Εμείς είμαστε η Αθήνα. Εμείς είμαστε αυτή η άσχημη εικόνα, που είδα εγώ σήμερα και που ίσως δουν και τα παιδιά μου στα επόμενα χρόνια. Λυπάμαι, τι να πω.

Γυρίσαμε λοιπόν και καθίσαμε στον καναπέ, περιμένοντας τη νέα χρονιά.

24.12.08

Μέχρι να έρθουν τα Χριστούγεννα...

Όπως ήταν αναμενόμενο τα Χριστούγεννα ήρθαν και φέτος στην ώρα τους, την ώρα που οι περισσότεροι τα περίμεναν, την ώρα που ήταν -τελοσπάντων- προγραμματισμένα να έρθουν. Το ζήτημα είναι, πως μέχρι να έρθουν τα Χριστούγεννα, ήρθαν και πολλά άλλα, που κάθε άλλο από προγραμματισμένα ήταν. Ήρθαν πράγματα πολύ μεγαλύτερα απ' ότι οι περισσότεροι περίμεναν, πράγματα που, κάποιους πόνεσαν, κάποιους ξύπνησαν, κάποιους "χαροποίησαν" και κάποιους ούτε καν τους άγγιξαν.

Φέτος στόλισα -όπως κάθε χρονιά άλλωστε- το χριστουγεννιάτικο δέντρο, έφτιαξα και μελομακάρονα για πρώτη χρονιά -κάτι σαν στοίχημα θα έλεγα, που είχα βάλει με τον εαυτό μου. Ως εκεί.
Φέτος χαίρομαι πολύ που δεν έχω ακόμα παιδιά.

Αν το σκεφτεί κανείς -εξ αρχής- είναι άκρως χαζό το να πρέπει να γιορτάσεις κάτι προγραμματισμένα. Όσο κλισέ κι αν είναι, η αγάπη πρέπει να γιορτάζεται όποτε καθένας το έχει ανάγκη, όποτε καθένας το βιώνει, ή του λείπει ή τελοσπάντων όποτε του κάνει κέφι. Όμως παρ' όλη αυτή τη θεωρία -που τη βρίσκω θεωρητικά ορθή- αγαπώ τα Χριστούγεννα και σε γενικές γραμμές τα γιορτάζω συνήθως και εγώ, με τον τρόπο που ξέρω και με μερικούς φίλους.
Τα προγραμματισμένα όμως, φετινά Χριστούγεννα... τσου.
Φέτος, ειλικρινά, χαίρομαι πολύ που δεν έχω ακόμα παιδιά.

Στους προβληματισμούς -που μου δημιούργησαν τα τελευταία γεγονότα- δεν κάθεται η χρυσόσκονη των ημερών, γλιστράει και πέφτει, πέφτει μαζί με τις βελόνες των αληθινών χριστουγεννιάτικων δέντρων, πάνω στα γυαλισμένα πατώματα των εκάστοτε διαμερισμάτων του «Κολωνακίου». Στη στενάχωρες σκέψεις, δεν ανακλώνται τα σατέν φουστάνια των δεσποινίδων και τα κομψά κουστούμια των αντρών, που θα χορέψουν σε λίγο αγκαλιά, και θα δείχνουν πιο «όμορφοι» από τους διπλανούς, αφού τους τέσσερις τελευταίους μήνες έσβησαν οποιαδήποτε ευχαρίστηση μέσα σε κάποιο γυμναστήριο. Στις αγωνίες μου, δεν τραγουδάει απόψε ούτε ο Ρέμος ούτε ο George Michael, το ηχείο βγάζει έναν ήχο που παραμορφώνεται, τσιρίζει και στο τέλος μένει με μια σωστή, σιωπή.
Φέτος… όπως έγραψε και η Madame:
"Ήμουν καλό παιδί, αλλά φέτος λέω να γίνω καλικάντζαρος".

Έτσι είναι, ακριβώς. Φέτος θα γίνω καλικάντζαρος. Όσο γι απόψε, δεν παίζει κέφι ούτε για δεξιώσεις ούτε για φαντεζί πάρτι. Απόψε θα την περάσουμε μόνοι και ωραίοι, δίχως glitter και παγιέτες, απόψε θα μπει μια ωραία μουσική -που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να χορευτεί- και όλα τα άλλα να πάνε να…

Το τραγουδάκι αφιερωμένο… ξέρουν αυτοί.

20.12.08

Για τον Δεκέμβρη τούτο

Για τον Δεκέμβρη της οργής,
για τον Δεκέμβρη της "γιορτής",
για τον Δεκέμβρη που σκοτώθηκε εκείνο το παιδί...
μάλλον μόνο γι αυτό.
Γιατί αλήθεια πουθενά αλλού δεν βρίσκω.
Ποιος είσαι εσύ, ποιος είμαι εγώ, ποιος είναι ο άλλος -κάτω από την κουκούλα-, ποιος έδωσε την εντολή, ποιος πήρε τα λεφτά, ποιος θα υπερασπιστεί τον κατηγορούμενο, ποιος θα κάψει το γραφείο της υπεράσπισης, ποιος είναι αυτός με το πανό -δεύτερο πλάνο- πίσω από τον πρωθυπουργό, ποια κυβέρνηση μπορεί, ποιος πρωθυπουργός είναι "ικανός" -"ικανότερος", "ικανότατος"-, ποιος θα δώσει λεφτά στο κράτος, ποιος θα πληρώσει τους φόρους του, ποιος δεν θα τους πληρώσει, ποιος θα στολίσει δέντρο φέτος, ποιος θα φτιάξει μελομακάρονα...
...ποιος καταλαβαίνει τι γίνεται, ποιος ελπίζει ακόμα.
Ποιος είσαι εσύ;
Για τον Δεκέμβρη που σκοτώθηκε εκείνο το παιδί.

Καταθέτω τρια στεφάνια,
λύπης, οργής και ξεφτίλας.


Ο μικρός μονομάχος





Bombing Bastards with Tricky - Terranova


The Revolution Will Not Be Televised - Gil Scott Heron

3.12.08

Σαγιάδα Θεσπρωτίας... το χωριό-πρότυπο.

Ακούστηκε σαν όνειρο, η περιγραφή της Σαγιάδας Θεσπρωτίας, την περασμένη βδομάδα από κάποιο ιδιωτικό κανάλι. Νόμιζες πως μιλούσαν για το πώς θα μπορούσε να οργανωθεί –ονειρικά– ένας τόπος ή ακόμα καλύτερα, πως η περιγραφή αφορούσε βορειοευρωπαία πόλη.
Σαγιάδα Θεσπρωτίας, λοιπόν. Το χωριό-πρότυπο είναι γεγονός και βρίσκεται στην Ελλάδα. Είναι το τελευταίο χωριό πριν από τα σύνορα με την Αλβανία (απέναντι από την Κέρκυρα) και οι κάτοικοι φτάνουν τις 2,5 χιλιάδες.
Ο δήμος του χωριού αποφάσισε –το προφανές– να αξιοποιήσει κάποια κονδύλια και να προσφέρει δωρεάν υπηρεσίες στους κατοίκους του χωριού.
Δεν πρόκειται για κάποιο δήμο με πολλά εισοδήματα, αλλά για ένα δήμο που ξέρει τι σημαίνει σωστή ιεράρχηση των αναγκών και ολοκληρωμένη οργάνωση των προβλημάτων. Μέσα στις υπηρεσίες που παρέχονται στους κατοίκους είναι η δωρεάν εκμάθηση ηλεκτρονικών υπολογιστών, δωρεάν παιδικός σταθμός για τα νήπια, δωρεάν γυμναστήριο και πετρέλαιο θέρμανσης. Αξιοσημείωτο είναι πως στη Σαγιάδα υπάρχουν δουλειές στη γεωργία και στην αλιεία, όχι μόνο για να συντηρήσουν τις οικογένειες που ήδη ζουν εκεί, αλλά και για πολλές ακόμα. Αυτό, εξάλλου, ήταν και το κίνητρο εξ αρχής.
«Εξωτικός» προορισμός ή «το χωριό του μέλλοντος»; Κάπως έτσι δεν ακούγεται;
Είναι τραγελαφικό το πώς θαυμάζουμε τα προφανή, είναι λυπηρό το πώς εντυπωσιαζόμαστε από πράγματα που θα έπρεπε να είναι τα πάγια για κάθε κάτοικο, οποιασδήποτε πόλης.
Ας γίνει, λοιπόν, παράδειγμα η Σαγιάδα σε όλους τους αρμόδιους. Δεν χρειάζεται να γίνουν μαγικά, απλά να μην μπαίνουν τα λεφτά σε τσέπες που δεν αφορούν.
Τα χρήματα υπάρχουν, η πρόθεση μένει.